Μόνος σε σχέση (2)

Κι έρχεται η στιγμή που η υποτιθέμενη αντιδικία, γίνεται πραγματική αντιδικία. Ακούει συνέχεια πως την κατηγορεί και πάντα εκείνη φταίει. Λοιπόν, τα κατάφερε κι απέκτησε την ιδιότητα του κατηγορούμενου. Γιατί συνθέτει ευθύνες και προβλήματα, εκεί που δεν υπάρχουν, εκεί που δε χρειάζονται.

Κι αυτός, παίρνει τη καλή του πρόθεση, που τόσο πολύ την εκμεταλλεύτηκε για χάρη και των δύο, την συμμαζεύει και απομονώνεται. Απομονώνεται για να μη τρελαθεί. Μήπως βρει κατανόηση στη μοναξιά, μήπως καταλάβει γιατί τον θεωρεί εγωιστή. Πώς γίνεται να τον θεωρεί κρυψίνου.

Η εμπιστοσύνη κι η μνήμη της γίνονται επιλεκτικές. Η επανάληψη το επιβεβαιώνει. Μα η αγάπη θολώνει τη κρίση του. Η δική του και η δική της. Ίσως η αγάπη φταίει, τελικά. Δε ξέρει τι να πιστέψει. Δε θέλει να αλλάξει όσα πιστεύει.

Η μοναξιά έχει άλλο κακό, βέβαια. Τη τρέλα του έρωτα, που εκεί είναι ο μόνος συνομιλητής σου. Που σε αναγκάζει να μονολογείς όπως θέλει. Οδηγεί τη σκέψη σου σε επικίνδυνες γειτονιές. Σου επιβάλλεται και σε καταβάλλει, ίσως ολοκληρωτικά.

Ξέρει ότι πρέπει να αποφύγει τη τρέλα εκεί. Και το κάνει. Εκείνη γιατί δε προσπαθεί να το ελέγξει; Δε ξέρει. Μόνο αυτό του έρχεται να λέει, πλέον. Δε ξέρει. Τι να σκεφτεί, πώς να δράσει. Τα διλήμματα πλάκωσαν το νου του και τον μούδιασαν.

Έχει άγχος για τη συνέχεια. Δε περίμενε τίποτα απ’ όλα αυτά. Θα έπρεπε. Αν δεν ήταν καλοπροαίρετος, αν δεν ήταν αισιόδοξος. Αφελής δεν ήταν, σίγουρα. Πάντα κάνει παρέα με τη συνείδηση. Κι εκείνης την επήρεια την δέχεται πρόθυμα…

Χάνεται. Μα χάνεται για τον ίδιο, για μια ιδέα, ή για εκείνη?

Βασισμένο σε ανάρτηση από τον Ιούλιο του 2012 .

Μόνος σε σχέση (1)

Ξύπνησε. Έχει ξημερώσει προ πολλού. Σηκώνεται και, με το που ανοίγει τις κουρτίνες, το φως που τον «χτυπάει» ξυπνάει και το μυαλό του. Θυμάται.

Θυμάται με τι διάθεση κοιμήθηκε χθες. Μετά το θέατρο του παραλόγου, την αντιδικία δύο κατά φαντασία αντιπάλων. Δύο ερωτευμένων. Σκέφτεται.

Σκέφτεται ότι είναι απλό. Όχι εύκολο, αλλά απλό. Αν ενδιαφέρεται, ρωτάει. Δε νιώθει αδιάκριτος. Όταν νιώθει άσχημα, μιλάει. Δεν «πλέκει» ένα μυστήριο γύρω του. Αν κάτι δεν το δείξει, όπως το περιμένει εκείνη, δε συνεπάγεται κάτι. Δε σημαίνει ότι δεν το νιώθει ή δεν το σκέφτεται. Απελπίζεται.

Απελπίζεται να ακούει πως αυτός, που σιχαίνεται τις ρηχές σχέσεις, κάτι κρύβει ιδιοτελώς. Να νιώθει πως η πραγματικότητα παραμονεύει και σε κάθε ευκαιρία του δείχνει πως δε θα τον αφήσει ποτέ να χαρεί ολοκληρωτικά. Είναι τραγικό. Να «φταίνε» οι λεπτομέρειες. Θυμάται.

Θυμάται πως όταν αγαπάς, δε μετράς. Προσφέρεις και δε ζητάς. Συγχωρείς. Μα συγχωρείς μία, επιμένεις δύο, στην τρίτη αρχίζεις ν’ αμφιβάλλεις. Η λογική σε σκουντάει και σου δείχνει πως έτσι θα κουραστείς, θα χάσεις τη δύναμη ν’ αγαπάς τόσο. Φοβάται.

Φοβάται πως θα καταστραφούν όλα χωρίς νόημα. Πως θα ερημώσει μόνος. Μα έχει φίλους, έχει ανθρώπους, δεν έχει ανάγκη. Υπάρχουν σοβαρότερα θέματα ν’ ασχοληθεί κανείς. Ψεύδεται.

Ψεύδεται στον εαυτό του. Ποιος δεν έχει ανάγκη να αγαπηθεί; Ποιος δεν έχει όνειρο έναν έρωτα ειλικρινή και ξένοιαστο; Αυτή την ορμή πώς να την καταπολεμήσει; Σ’ ένα κόσμο που η εμπιστοσύνη είναι πια μια ουτοπία. Πληγώνεται.

Πληγώνεται από τη ζωή που τίποτα δεν αφήνει να είναι τέλειο. Αφήνει να ακούγονται λόγια ελαφρά και υπερβολές άσχημες. Από τα χείλη εκείνα. Αυτά που του χαρίζουν ένα χαμόγελο γεμάτο ευτυχία. Τρέμει.

Τρέμει στη σκέψη μη μετανιώσει ό,τι είπε, ό,τι έκανε κι ό,τι ένιωσε. Δε θέλει να πάει η προσπάθειά χαμένη. Να γκρεμιστεί ένας έρωτας που κανείς δε περίμενε να ανθίσει έτσι. Σταματάει.

Σταματάει, αδειάζει το μυαλό του. Αγαπάει, μα τι να κάνει, μια τη βρίσκει, μια τη χάνει. Αρκετά τώρα. Μεσάνυχτα κιόλας. Κλείνει τα μάτια.

 

 

 

Βασισμένο σε ανάρτηση από τον Ιούλιο του 2012 .

«Κρίνουμε τους εαυτούς μας με βάση τα κίνητρά μας και τους άλλους με βάση τις πράξεις τους.»

Δεν ξέρω πώς, αλλά θα έπρεπε να «διδάσκεται» η «συναισθηματική νοημοσύνη». Πώς να ελέγχεις τις ορμές και τα συναισθήματά σου, να καταπιέζεις τις ανόητες σκέψεις και να εκτιμάς όσους έχεις δίπλα σου. Αντίστοιχα, να απομακρύνεσαι από όσους δεν αξίζουν.

Νομίζουμε (και θεωρούμε αυτονόητο) ότι όσοι είναι δίπλα μας μας καταλαβαίνουν ως ένα βαθύτερο επίπεδο. Κατ’ επέκταση, όταν κάνουν κάτι που μας αναστατώνει ή μας προσβάλει και αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν το γιατί, μας πονάει.  […]

Είτε είναι μέλος της οικογένειάς μας, ερωτικός σύντροφος ή κοντινός φίλος, συχνά αναμένουμε όσοι αγαπάμε να μας καταλαβαίνουν, σα να ‘ναι φυσικό, καλύτερα από τους όλους τους υπόλοιπους. Και όταν δεν το κάνουν, είναι δύσκολο να τους εξηγήσουμε τα συναισθήματά μας. Αυτό οφείλεται εν μέρει σε ένα υποσυνείδητο συμπέρασμα ότι το να πρέπει να εξηγήσουμε τι συμβαίνει, σημαίνει ότι η σχέση μας είναι διαφορετική ή όχι τόσο κοντινή, όσο νομίζαμε.

Είναι εκείνες οι φορές που σε αναστατώνει και όταν αργότερα ρωτήσει τι έχεις, νιώθεις αναγκασμένος να απαντήσεις με τη σιωπή σου ή με ένα ξερό «τίποτα».

Η έμμεση πεποίθησή μας πως όσοι αγαπάμε θα έπρεπε να μπορούν να δουν τις προθέσεις και τα συναισθήματά μας χωρίς διευκρινίσεις, μας κάνει να αντιδρούμε άσχημα όταν δεν το κάνουν. Είναι εύκολο να κλειστείς στον εαυτό σου, αλλά είναι σημαντικό, αντί γι’ αυτό, να κάνεις τη προσπάθεια να μιλήσεις. Ακούγεται απλό, αλλά όπως κάθε δύσκολη συζήτηση, δεν είναι εύκολο να το κάνεις.

Όσο κι αν έχουμε τη προσδοκία τα αγαπημένα μας πρόσωπα να μας καταλαβαίνουν και να μας στηρίζουν, μόνο χειρότερα θα κάνει τα πράγματα το να περιμένουμε να «μυρίσουν τα νύχια τους» και να «τρέχουν από πίσω μας» επειδή δε μπορούν να διαβάσουν το μυαλό μας για να καταλάβουν τι πήγε στραβά.

Ελεύθερη μετάφραση από: Why It’s So Hard To Open Up to People We Love When We’re Upset with Them