Σουβλάκι, καλαμάκι και τα νεύρα μου

Είναι σύνηθες για τον ελληνικό λαό να βρίσκει σοβαρούς ή μη λόγους για να διχάζεται. Σε τέτοιους διχασμούς, οι δύο πλευρές αποκτούν μεγάλο ζήλο στην υπεράσπιση της θέσης τους. Αν τύχει και εμφανιστεί στην «αρένα» κάποιος μετριοπαθής που θα προσπαθήσει να γεφυρώσει τις δύο «όχθες» με (λογικά ή μη, δεν έχει σημασία) επιχειρήματα, θα πνιγεί η φωνή του κάτω από τα ουρλιαχτά.

Ένας από αυτούς τους διχασμούς είναι και η μακροχρόνια διαφωνία για το πώς αποκαλείται το σουβλάκι.

Απλά ήθελα να έχω κάπου γραμμένη την άποψή μου επί του θέματος, καταλαβαίνω ότι δε θα ασχοληθεί κανείς μαζί μου, συνεχίστε να διαφωνείτε μέχρι το τέλος του κόσμου. Εγώ θα είμαι λακωνικός.

Το «σουβλάκι» είναι έγκυρος χαρακτηρισμός γιατί το μέταλλο/ξύλο όπου στηρίζεται το κρέας, αποτελεί μια μικρή σούβλα. Επίσης γιατί, υπό περιπτώσεις, μαγειρεύεται όπως ένα ψητό σούβλας: σε μικρό φούρνο ή ψησταριά μέσω περιστροφής.

Το «καλαμάκι» είναι έγκυρος χαρακτηρισμός γιατί, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, το υλικό της μικρής σούβλας είναι κάποιο είδος ξύλου καλαμιάς. Επίσης, δεν μαγειρεύεται όπως τα ψητά σούβλας. Αντιθέτως, ψήνεται σε σχάρα, κάτι που κάνει τον χαρακτηρισμό «σουβλάκι» λιγότερο έγκυρο.

Άλλα σχόλια:

  • Ο όρος χρησιμοποιείται καταχρηστικά για να χαρακτηρίσει όλο το μενού ενός ψητοπωλείου («πάμε για σουβλάκια?»).  Δε χάλασε κι ο κόσμος νομίζω.
  • Ο όρος χρησιμοποιείται καταχρηστικά (και εσφαλμένα κατ’ εμέ) για να χαρακτηρίσει το «πιτόγυρο«.
  • Ενδιαφέρον έχει επίσης η συζήτηση περί του λήμματος «σουβλάκι» στο slang.gr. Επικεντρώνω στο σχόλιο ενός χρήστη:
    «Στην Αθήνα και όχι μόνο, μέχρι και τη δεκαετία 80, το κρέας που προοριζόταν για αυτό που αποκαλείται «σουβλάκι» περνιόταν σε μεταλλική μικρή σούβλα και εκεί ψηνόταν. Στη συνέχεια τυλιγόταν μέσα σε πίτα με τα άλλα υλικά. Ολόκληρο το έδεσμα λόγω της διαδικασίας ψησίματος στο μικρό σουβλί, ονομάστηκε «σουβλάκι», για να ξεχωρίζει από το σκέτο κρέας που ήταν περασμένο και ψημένο σε καλαμάκι. Το δε καλαμάκι, ήταν από πραγματικό καλάμι σκισμένο στα 4. Οι μεταλλικές σούβλες καταργήθηκαν από αγορανομική διάταξη για λόγους υγιεινής μετά τα μέσα της δεκαετίας 80′. Νομίζω ότι τα παραπάνω παρέχουν επαρκή και λογική εξήγηση του πως ορίστηκαν οι συγκεκριμένες έννοιες στην περιοχή πέριξ των Αθηνών. Δεν σημαίνει ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούνται αλλού είναι λάθος. […]»

Εν κατακλείδι, λέγεται και σουβλάκι και καλαμάκι. Ή μήπως κάθε λέξη επιτρέπεται να χρησιμοποιείται μόνο για ένα αντικείμενο στον υλικό κόσμο;

Το παραπάνω σκέφτομαι να το μοιράζω τυπωμένο σε όποιον μου ξαναπεί σχετικό ειρωνικό ή φαιδρό σχόλιο περί του θέματος. Ειδικά αν είναι ιδιοκτήτης ή εργαζόμενος σε ψητοπωλείο, όπου θα μπορούσα να κάθομαι έξω από το μαγαζί και να το μοιράζω σε περαστικούς και πελάτες.

Καλή όρεξη…

Advertisements

Κοιτώντας τον χρόνο

Γυρνάς να κοιτάξεις πίσω.
Όλα θολά κι αόριστα.

Το σχολείο,
μακρινή ανάμνηση,
σα να έζησες μόνο λίγες μέρες σου εκεί.

Ο χοντρούλης με τα κόκκινα,
χαρωπή παράδοση,
ήσουν τυχερός που την τήρησαν οι γονείς σου.

Τα παιδικά σου τραύματα,
μικρές ουλές,
τις χαϊδεύεις και νιώθεις άβολα, μα δεν πονάς.

Εκείνο το χειρουργείο που παραλίγο να σου κοστίσει τη ζωή,
γλυκόπικρες σταγόνες σκέψεων,
απλά συνέβη «κάποτε».

Ο πρώτος σου αγώνας,
τώρα πια ένα μετάλλιο,
τότε ένα προσωπικό σου μεγαλείο.

Ο πρώτος νεανικός έρωτας,
ούτε που σ’ αρέσει πια,
απομυθοποιήθηκε και παραμορφώθηκε.

Οι πανελλήνιες, εκείνος ο απεχθής χρόνος,
αμέτρητες δύσκολες και ξέγνοιαστες στιγμές.

Το πανεπιστήμιο,
η πενταετία που ενηλικιώθηκες,
μέρες που θες να ξεχάσεις μα σου δίδαξαν πολλά,
τεχνικά και κοινωνικά.

Ο στρατός, οι εννιά μήνες μοναξιάς,
το πρώτο βράδυ στη ζωή σου που δε κοιμήθηκες από το κρύο,
ανεξίτηλο.

Άνθρωποι που ήρθαν,
άνθρωποι που έφυγαν,
νέα τοπία,
παλιά μέρη.

 

Εικοσιπέντε χρόνια,
τώρα χωράνε σε ένα κουτάκι στο κεφάλι σου.

Και τώρα πρέπει να προσέξεις πώς θα γεμίσεις
το κουτάκι που προορίζεται
για τα επόμενα εικοσιπέντε.

Το τέρμα στη γραμμή του έρωτα

Βασισμένο στην ανάρτηση «Όταν δεν ξέρεις πια»

Πάλι η ίδια σύγχυση
συναισθηματική αστάθεια
Μα τώρα η υποστήριξη
θέλει διπλή προσπάθεια

Έφτασε πάλι να μη ξέρει
τι θέλει, τι νιώθει, τις σκέψεις του
Αδύνατο να αξιολογήσει
σωστές αν είναι οι λέξεις του

Έγινε πάλι κουρέλι
ο κόσμος του γκρεμίστηκε
Στη νύχτα μόνος ένιωσε
δύσκολα το χειρίστηκε

Άνοιξε άλλος κύκλος
καμία σιγουριά
Μια χαίρεται, μια θλίβεται
αναζητά παρηγοριά

Τι έφταιξε, πού λάθεψε
και έτσι τυραννιέται
Με σκέψεις ατελείωτες
στη λύπη να πλανιέται;

Ουσία κι ένα πόρισμα
αναζητά με ζήλο
Λιώνοντας χίλιες σκέψεις του
στης λογικής το μύλο